skip to Main Content
Tomsen (Copy)

Αποκάλυψη-«φωτιά»

από Τόμσεν: Ο Τσίπρας ζήτησε να κοπούν οι συντάξεις

Σε μια αποκάλυψη-«φωτιά» προχωρά σήμερα ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού γραφείου του ΔΝΤ στην Ευρώπη Πολ Τόμσεν, ο οποίος υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ήταν η πρώτη που συμφώνησε να υπάρξει περικοπή στις συντάξεις.

Όπως σημειώνει ο κ. Τόμσεν στη συνέντευξη του, το ΔΝΤ πάντα ήταν κατά της αύξησης της φορολογίας.

«Πάντα επιχειρηματολογούσαμε ότι η στρατηγική της αύξησης των φορολογικών βαρών δεν πρόκειται να έχει αποτέλεσμα εάν δεν διευρυνθεί η φορολογική βάση. Οι φορολογικές διοικήσεις στην Ελλάδα έχουν αποτύχει δραματικά γιατί δεν έχουν κάνει κάτι προς αυτή την κατεύθυνση.

Άλλη μία ανησυχία αφορά τις συντάξεις: προκειμένου να μην τις μειώσουν οι ελληνικές κυβερνήσεις αποδέχθηκαν σχεδόν κάθε άλλη περικοπή δαπάνης. Στο σημείο όμως που δημιουργήθηκαν μεγάλα προβλήματα στα νοσοκομεία και η αστυνομία να λέει ότι δεν έχει χρήματα για να αλλάξει λάστιχα στα περιπολικά!

Γενικά οι δαπάνες συγκρατήθηκαν με έναν μη διατηρήσιμο τρόπο. Γι αυτό και εμείς, ως ΔΝΤ, απαιτούμε εδώ και χρόνια μεταρρυθμίσεις τόσο στη φορολογία όσο και στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Και τελικά η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Τσίπρα συμφώνησε».

Στην ίδια συνέντευξη του, ο Πολ Τόμσεν σημειώνει την ανάγκη να υπάρξει μεγάλη επέκταση των ωριμάνσεων των ελληνικών ομολόγων ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να πληρώσει στο ακέραιο το χρέος της.

Όπως σημειώνει η επέκταση των ωριμάνσεων, το οποίο συζητείται, αρκεί αλλά θα πρέπει να είναι σημαντική «όχι όμως και 100 χρόνια» σημειώνει χαρακτηριστικά. «Αυτό που ζητάμε είναι χώρος για τους Ελληνες να αναπνεύσουν, ώστε να ολοκληρώσουν τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται και να ανακάμψουν», σημειώνει ο κ. Τόμσεν απαντώντας στην ερώτηση για το πώς μπορεί να εξηγηθεί στον αυστριακό φορολογούμενο ότι πρέπει να γίνει ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Ο κ. Τόμσεν διαβεβαιώνει ότι οι Αυστριακοί πολίτες θα πάρουν όλα τα δανεικά πίσω. «Η Ελλάδα έχει κάνει πολλά, κατάφερε εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή.

Τώρα η χώρα χρειάζεται μεγαλύτερες προθεσμίες για να αποπληρώσει τα χρέης της και μία περίοδο στην οποία θα επωφεληθεί από μορατόριουμ πληρωμών.

Ερωτηθείς για την σκληρή λιτότητα που, όπως του λέει ο Αυστριακός δημοσιογράφος, τον κατέστησε υπεύθυνο για τις περικοπές και την «κοινωνική δυστυχία», ο Τόμσεν επιχειρεί να αποποιηθεί την ευθύνη δείχνοντας στην κατεύθυνση των ελληνικών κυβερνήσεων:

«Ξέρετε, αυτό είναι η ειρωνεία του πράγματος: για κάποια χρόνια τώρα ήμασταν εμείς που απαιτούσαμε μικρότερη δημοσιονομική προσαρμογή. Είναι άδικο να επιρρίπτεται σε εμάς η ευθύνη. Από το πρώτο πρόγραμμα της Ελλάδας το 2010 έχουν αλλάξει πολλά.

Οι Ευρωπαίοι έχουν συμφωνήσει με τους Έλληνες σε αυστηρούς στόχους, μη αναγκαίους και φιλόδοξους που οδήγησαν σε μεγάλες περικοπές. Εμείς ως ΔΝΤ το αποδεχθήκαμε. Έπειτα από κάποια στιγμή, όμως όταν τα νούμερα ξεκίνησαν να εκτροχιάζονται όλο και περισσότερο απ’ τους στόχους, υποδείξαμε ότι κάτι είναι στρεβλό.

Είχαμε πει τότε ότι χωρίς επιπρόσθετα μέτρα, αυτά που συμφωνήσατε δεν μπορούν να επιτευχθούν. Γι αυτό υπάρχει ίσως η αντίληψη ότι αυτοί είναι στόχοι που θέσαμε εμείς. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν ισχύει».

Σύμφωνα με τον κ. Τόμσεν δεν υπήρχε εναλλακτική στις περικοπές, αφού δεν θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί ο προϋπολογισμός του ελληνικού κράτους. Ωστόσο αναγνωρίζει ότι ίσως θα έπρεπε να είναι μικρότερες.

Για το εάν πήραν κάποια μαθήματα απ’ την εμπλοκή τους στα προγράμματα της Ευρώπης ο κ. Τόμσεν σημειώνει. «Είναι πολύ δύσκολο να κρίνεις μία συνολική κατάσταση. Ένα μάθημα που σίγουρα πήραμε είναι ότι για να γίνει μία μεταρρύθμιση χρειάζεται περισσότερος χρόνος απ’ ότι υπολογίζαμε». Ο ίδιος επιμένει ότι όλα τα προγράμματα αποδείχθηκαν επιτυχημένα με εξαίρεση αυτό της Ελλάδας.

Ερωτηθείς όμως για το ότι ακόμα και οι επιτυχίες του ΔΝΤ συνοδεύτηκαν από ύφεση και αύξηση του χρέους σε κάθε χώρα ο κ. Τόμσεν σημειώνει: «για να εφαρμόσεις ένα πρόγραμμα σε μία νομισματική ένωση που στόχος του είναι να αποκαταστήσεις την ανταγωνιστικότητα της χώρας είναι δύσκολο. Η υποτίμηση του νομίσματος πάλι όχι.

Η εναλλακτική είναι μία διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης, με τους μισθούς και τις τιμές να πρέπει να υποχωρήσουν τόσο πολύ όσο μία χώρα χρειάζεται για να ανακάμψει αργότερα. Σε ένα περιβάλλον που δεν υπάρχει πληθωρισμός, αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε αύξηση του χρέους σε σχέση με την οικονομική παραγωγή», σημειώνει ο κ. Τόμσεν.

Back To Top